Η ΑΤΑΚΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ...!

H επανάσταση στην ενημέρωση ήρθε με την 1η Καθημερινή Ηλεκτρονική Εφημερίδα της Σάμου........ πατώντας εδώ www.samiakignomi.gr

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

Γιατί η ελληνική ελίτ προτιμά την Τουρκία;


Να το διαβάσουμε προσεκτικά , θα αντιληφθούμε τι συμβαίνει και με τις αδελφοποιήσεις (Δήμος Βαθέος)και με τα πανηγύρια της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης της Σάμου με τους Τούρκους,και τα χρήματα που δίνει σε Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις .

Πέφτουν οι μάσκες για όλους τους φιλότουρκους που δυστυχώς υπάρχουν και στη Σάμο.

Τι να κάνουμε θα μας βρουν απέναντι τους με κάθε κόστος.Ντροπιάζουν με τη στάση τους την ιστορία του νησιού και δεν έχουν αντιληφθεί το παραμικρό.





Από τον Παντουρκισμό στο Νεο-οθωμανισμό



Ο νεο-οθωμανισμός, που προέκυψε μέσα από την πολιτική και το γενικότερο δόγμα Νταβούτογλου, είναι ένα φαινόμενο με το οποίο ελάχιστοι δημοσιογράφοι, που συνεχίζουν να τιμούν το λειτούργημα της δημοσιογραφίας, ασχολήθηκαν.
Η Μαρία Σταματιάδου, μία σεμνή δημοσιογράφος, εργαζόμενη σκληρά στον τομέα της έρευνας και διατηρώντας χαμηλό προφίλ στον δημοσιογραφικό χώρο κατανοώντας "τα επερχόμενα", παρουσίασε πριν από αρκετό καιρό μια θαυμάσια δουλειά, όπου αναλύει το φαινόμενο του νεο-οθωμανισμού, αλλά και όπου παρουσιάζει τις σχέσεις του ελληνικού κεφαλαίου και την προτίμηση που δείχνει αυτό στην νεο-οθωμανική Τουρκία.
Είναι σχεδόν καθολικά παραδεκτό ότι στις μέρες μας, η οντότητα που λέγεται «άνθρωπος» περνάει μια βαθιά εσωτερική κρίση, η οποία σχεδόν ταυτίζεται με την κρίση ή τον αποπροσανατολισμό της συνειδητότητάς του. Ο άνθρωπος ως πολίτης ενός κράτους, ο άνθρωπος ως υπαρκτικό ον, ο άνθρωπος ως πολίτης του λεγόμενου (και πολύ ύποπτου κατ’ εμέ) «παγκόσμιου χωριού»…
Πολιτισμοί, Παραδόσεις, Ιστορία… ό,τι τέλος πάντων μπορεί να προσδιορίσει ένα μέρος της ταυτότητας των ανθρώπων και των λαών, τίθενται αυθαίρετα, χωρίς επιχειρήματα υπό αμφισβήτηση, μαραζώνουν, πεθαίνουν, ή διαστρεβλώνονται σε τέτοιον βαθμό, ώστε αντί να βοηθούν κάνουν ακόμη πιο δύσκολη την ιστορική αυτοσυνειδησία των ανθρώπων.
Φανατισμοί ένθεν και ένθεν, απροκάλυπτοι ή καλυμμένοι, ακρότητες, διπολισμοί, κατασκευασμένες «εχθρότητες» και κατασκευασμένες «φιλίες», επιλεκτική μνήμη και επιλεκτική λήθη… όλα αυτά (τα οποία ουσιαστικά είναι «αποτυπώματα» του τυφώνα διεθνών συμφερόντων) προσπαθούν να εξαλείψουν ιστορικές πραγματικότητες και συνακόλουθα δημιουργούν αυτήν την κρίση ταυτότητας ανθρώπων και λαών, για την οποία γίνεται τελευταία όλο και περισσότερο λόγος.
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο λοιπόν χειραγωγείται η σύγχρονη λεγόμενη «ελληνοτουρκική φιλία», η κρίση ταυτότητας «χτυπάει» και τους δύο λαούς, ενώ ταυτόχρονα ένα σύγχρονο νέο-οθωμανικό ρεύμα προσπαθεί να σαρώσει το παρελθόν και –κυρίως– το μέλλον…
ΟΡΑΜΑΤΑ…
«Νέο-οθωμανισμός», «Παντουρκισμός», «Τουρανισμός», λέξεις λίγο-πολύ γνωστές, που παραπέμπουν σε έννοιες λίγο-πολύ γνωστές, κυρίως όμως εκφράζουν μια τάση-πραγματικότητα, της οποίας οι ρίζες είναι πολύ βαθιές, ενώ τα «κλαδιά» της δεν ξέρουμε ακόμη μέχρι πού μπορεί να φθάσουν.
Εντελώς σχηματικά, μπορούμε να πούμε ότι ο Τουρανισμός και ο Παντουρκισμός βρίσκονται στις ρίζες αυτής της τάσης και αναπτύσσονται κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, μετά από την ίδρυση του ελληνικού κράτους (1828), ενώ ο Νέο-οθωμανισμός αποτελεί τα κλαδιά αυτού του «δέντρου», που απλώνονται σήμερα και προσπαθούμε να μαντέψουμε πόσο ψηλά θα ελιχθούν.
Παρενθετικά, θα πρέπει να αναφερθώ σε μια μικρή διαφοροποίηση μεταξύ των δύο πρώτων εννοιών, η οποία (διαφοροποίηση) ελάχιστα είναι γνωστή, την αναφέρει όμως ο ερευνητής και συγγραφέας κ. Σάββας Καλεντερίδης: Ο Τουρανισμός προωθούσε τους δεσμούς μεταξύ των εθνών που μιλούσαν γλώσσες και διαλέκτους ουραλο-αλταϊκές, με στόχο τη συγκρότησή τους σε κράτος με ηγεμονική θέση στον κόσμο.
Ο Παντουρκισμός απέβλεπε τη συγκρότηση σε ενιαίο κράτος όλων των εθνών που μιλούσαν τουρκικές γλώσσες και διαλέκτους. Το κράτος αυτό θα λειτουργούσε σαν «χοάνη», όπου θα συγχωνεύονταν όλες οι γλώσσες σε μία, την τουρκική, ενώ θα υπήρχε ένας πολιτισμός, μία παράδοση και κοινοί στόχοι.
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς τον ρατσιστικό χαρακτήρα των δύο ρευμάτων, αφού στόχος τους ήταν η βίαιη εθνική «ομογενοποίηση», ο εξισλαμισμός των χριστιανικών πληθυσμών ή η εξόντωσή τους, από τη μια, και ο εκτουρκισμός όλων των μουσουλμανικών πληθυσμών, από την άλλη.
Ο Τουρανισμός, τελικά –σύμφωνα με τον κ. Καλεντερίδη– παρέμεινε στο επίπεδο της ιδεολογίας και των φιλοσοφικών συζητήσεων, ενώ ο Παντουρκισμός ποτέ δεν έπαψε να υπάρχει ως ζωντανή τάση, άλλοτε ενεργοποιημένη και άλλοτε «στην εφεδρεία», μέχρι να προκύψουν οι κατάλληλες συνθήκες για να ενεργοποιηθεί και πάλι.
ΟΡΑΜΑΤΑ ΚΑΙ ΒΙΑ
Πρακτικός και έντονος εκφραστής αυτών των τάσεων υπήρξε ως γνωστόν ο Μουσταφά Κεμάλ –που συγκρότησε την Τουρκία ως κράτος το 1923– ο οποίος εκτούρκισε βίαια μουσουλμανικούς αλλά όχι τουρκικούς πληθυσμούς που ζούσαν στη Μικρά Ασία, αφού πρώτα εξόντωσε τους Αρμένιους και τους Έλληνες του Εύξεινου Πόντου.
Ο Παντουρκισμός δεν ήταν μόνον αυτός που «ενέπνευσε» και «καθοδήγησε» τους Νεότουρκους των αρχών του 20ου αιώνα. Ήταν επίσης απόλυτα σύμφωνος –αργότερα, στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο– με το «φλερτ» (για να μην πούμε κάτι χειρότερο), μεταξύ Τούρκων και Ναζί, εναντίον των Ρώσων του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας.
Στην περίοδο δε που ακολούθησε την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, αυτοί που πλήττονται (χρησιμοποιώ Ενεστώτα, επειδή μέχρι και σήμερα πλήττονται), από το ρεύμα του Παντουρκισμού είναι οι Κούρδοι.
Γενικά, νομίζω ότι οφείλουμε να «κρατήσουμε» στο μυαλό μας τα τρία βασικά στοιχεία του Παντουρκισμού, τα οποία θα ανατρέχουν όλο το άρθρο, γιατί απλούστατα αποτελούν διαχρονικές μονιμότητες αυτής της τάσης:
α. Το απόλυτα ρατσιστικό στοιχείο, που επιβάλλει εκτουρκισμούς και εξοντώσεις μη εκτουρκισθέντων λαών.
β. Το γεγονός ότι ιστορικά αναδύεται μέσα από διεθνείς αποσταθεροποιήσεις και ανατροπές, ενώ σε άλλες περιόδους υποβόσκει περιμένοντας… ποτέ όμως δεν υποχωρεί.
γ. Το στοιχείο της φυσικής εξόντωσης χριστιανικών πληθυσμών, κυρίως Ελλήνων και Αρμενίων, αλλά και Ασσυρίων (στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο), Εβραίων (στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) και Κούρδων (στη μετα-ψυχροπολεμική εποχή).
ΚΟΣΜΙΚΟ ΙΣΛΑΜ;
«Ο τουρκικός κόσμος τον 21ο αιώνα θα κυριαρχήσει στη ζώνη που εκτείνεται από την Αδριατική μέχρι το Σινικό Τείχος και θα καταστεί κυρίαρχη δύναμη στον κόσμο». Αυτό ήταν το σύνθημα του Τουργκούτ Οζάλ, πρωθυπουργού και Προέδρου της Δημοκρατίας της Τουρκίας, από το 1983 μέχρι το 1993, το οποίο (σύνθημα) είχε και τη στήριξη των ΗΠΑ.
Βρισκόμενοι όμως ήδη στον 21ο αιώνα, μπορούμε να πούμε ότι το όραμα του Οζάλ δεν πραγματοποιήθηκε. Ταυτόχρονα, το κίνημα των Κούρδων αποτελεί έναν από τους μόνιμους πονοκεφάλους στον «εγκέφαλο» του Παντουρκισμού.
Ο αιώνας μας όμως διακρίνεται, μεταξύ άλλων, από ισχυρές αλλαγές, αποσταθεροποίηση, διεθνή ανασφάλεια… συνθήκες οι οποίες, όπως είπαμε, αποτελούν «γόνιμο έδαφος» κάθε φορά για να (ξανά)αναδυθεί ο Παντουρκισμός.
Αυτήν τη φορά όμως εκφράζεται λίγο διαφορετικά, χωρίς βέβαια να αλλάζει τίποτε στην ουσία του. Η νέα του έκφραση λέγεται νέο-οθωμανισμός και τον κομίζει η κυβέρνηση Ερντογάν. Πολλοί μελετητές διαφωνούν με τον όρο αυτό, παρ’ όλα αυτά, έχει επικρατήσει, επειδή στη βάση του, το «νέο» αυτό ρεύμα έχει μεταξύ άλλων και το στόχο να ηγεμονεύσει στις χώρες που αποσχίσθηκαν από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αποκαθιστώντας την επιρροή της Τουρκίας στο εσωτερικό αυτών, σε όλα τα επίπεδα.
Βασικό στοιχείο της προπαγάνδας του νέο-οθωμανισμού αποτελεί η παρουσίαση των χρόνων της οθωμανικής κατάκτησης ως χρόνων «ελεύθερων» για τα υπόδουλα έθνη, τα οποία προστάτευε με τον καλύτερο τρόπο ο Σουλτάνος. Κατά την οθωμανική κατάκτηση δεν υπήρχε σκλαβιά, δεν υπήρχε έλεγχος και υποβάθμιση της παιδείας, ενώ ταυτόχρονα υπήρχε ανύψωση του βιοτικού επιπέδου των υπόδουλων εθνών (βλέπε σχετικά, τις Δύσκολες Ερωτήσεις του Νίκου Λυγερού, στην ενότητα αυτήν).
Χαρακτηριστικό επίσης της πολιτικής του Ερντογάν που όλοι διαπιστώνουμε είναι τα «ανοίγματα» σε χώρες της παλιάς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ώστε να εξομαλυνθούν οι σχέσεις τους και έτσι, σταδιακά, η Τουρκία να παίξει απέναντί τους τον ηγεμονικό της ρόλο.
Τα βήματα της κυβέρνησης Ερντογάν προς την κατεύθυνση αυτήν είναι ήδη εμφανή (χωρίς αυτό να σημαίνει υποχρεωτικά ότι θα καταλήξουν στο επιθυμητό γι’ αυτούς αποτέλεσμα).
Εδώ στην Ελλάδα ζούμε ακόμη τον απόηχο που προκάλεσε ο σάλος για τα σχολικά βιβλία ιστορίας των παιδιών μας, ενώ ζούμε –όχι τον απόηχο αλλά στην καθημερινότητα– τις αχαρακτήριστες προκλήσεις της Τουρκίας στην Κύπρο, στη Θράκη, στην Κωνσταντινούπολη, στο Αιγαίο… που δείχνουν ξεκάθαρα τις ηγεμονικές προθέσεις της, μη σεβόμενη, όχι μόνον την ιερότητα της ιστορίας, αλλά ούτε καν αυτούς τους διεθνείς θεσπισμένους νόμους.
Η κυβέρνηση Ερντογάν θέλει να δείξει ένα πρόσωπο συγκερασμού του Ισλάμ με το κοσμικό-εξευρωπαϊσμένο κράτος, το οποίο μπορεί να πορεύεται με βήματα αρχηγικά, διαπραγματευόμενο με ίσους όρους με τις Μεγάλες Δυνάμεις (βλέπε το 2003 την άρνησή της προς τις ΗΠΑ να περάσουν στο βόρειο Ιράκ), παίζοντας θεμελιακό ρόλο στην περιοχή και στις διεθνείς εξελίξεις.
Σ’ αυτό το πλέγμα εντάσσεται και η προσέγγιση του Ερντογάν στη Συρία, καθώς και η αλλαγή της στάσης του τουρκικού κράτους απέναντι στο Παλαιστινιακό, με την οποία θέλει να αποδείξει ότι έχει το σθένος να στηρίξει ολόκληρο το μουσουλμανικό κόσμο.
ΕΛΛΗΝΕΣ ΝΕΟ-ΟΘΩΜΑΝΟΙ!
Όλο αυτό που περιγράψαμε βέβαια, όσον αφορά στην Τουρκία, είναι το φαίνεσθαι, η μάσκα που κρύβει το πραγματικό πρόσωπο. Και ποιο είναι αυτό; Αρκεί να κοιτάξουμε στο εσωτερικό της Τουρκίας και να δούμε τις αντιθέσεις (αντιθέσεις που φαίνονται μέχρι τώρα τουλάχιστον άλυτες) μεταξύ του ισλαμικού και του κεμαλικού μετώπου – όσο και αν ο Ερντογάν προσπαθεί να πείσει για ένα ισλαμο-κεμαλικό κράτος.
Οι προσπάθειες ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση συνεχώς καταρρέουν (δεν πείθει το «δυτικό» προσωπείο, άρα οι σχέσεις της με τη Δύση σχοινοβατούν), ούτε όμως και η ισλαμική ταυτότητα είναι ξεκάθαρη. Οι εσωτερικές συγκρούσεις λοιπόν καλά κρατούν, ενώ μέσα σε όλο αυτό το πλέγμα αυξάνουν τη δύναμή τους και οι Γκρίζοι Λύκοι…
Σ’ αυτό το σημείο λοιπόν έφθασε η στιγμή να ερωτηθεί η ελληνική οικονομική ελίτ που θεωρεί ότι θα κερδίσει (οικονομικά πάντα) μεταφέροντας μεγάλο μέρος των κεφαλαίων της στην Τουρκία –ως ανερχόμενη δύναμη– σε ποια εσωτερική σταθερότητα της γειτονικής χώρας βασίζει αυτήν την πεποίθησή της;
Παρ’ όλα αυτά, η ελληνική νέο-οθωμανική τάση είναι πραγματικότητα, κυρίως από το 2000 και μετά. Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και οι «κορώνες» περί ελληνοτουρκικής φιλίας, με τις διάφορες καλλιτεχνικές συνεργασίες (τραγουδιστές προερχόμενοι από τα δύο κράτη, από κοινού σε cd και συναυλίες, κινηματογραφικές ταινίες, τούρκικα σήριαλ στην ελληνική τηλεόραση κλπ), αλλά και μια νεόκοπη «αντι-εθνική υστερία», που εκφράζεται με μια απέχθεια προς τις παρελάσεις, τα εθνικά σύμβολα (κυρίως την ελληνική σημαία), τις γιορτές μνήμης...

Πέρα απ’ αυτά, έχουμε την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος με τα τεράστια κεφάλαιά της στην Τουρκία, όπως και κεφάλαια μεγάλου μέρους του ελληνικού εφοπλιστικού κόσμου (βλέπε Αγγελόπουλος, Καρράς, Δαυίδ της 3Ε και της Coca Cola, κλπ).
Οι Έλληνες νέο-οθωμανοί λοιπόν δεν θα αργήσουν να βρεθούν προ εκπλήξεως, πολύ δυσάρεστης εκπλήξεως. Και, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Γιώργος Καραμπελιάς σε σχετικό άρθρο του: «Η ώρα της αλήθειας πλησιάζει και η νέο-οθωμανική στρατηγική της υποταγής, η στρατηγική της "Ντόρας" και του "Γιώργου", του ξεπουλήματος της Κύπρου, των ποικιλώνυμων επιχειρηματιών τύπου Δαυίδ και Κόκκαλη, των "διανοούμενων" του Σόρος και των δημοσιογράφων της Πρεσβείας, της απάλειψης της ίδιας της Ιστορίας μας από τα… βιβλία ιστορίας, θα βρεθεί αντιμέτωπη με το ίδιο το πρόσωπο του τουρκικού κατεστημένου, που, μπροστά στην κρίση της στρατηγικής του, αφήνει "ξεκρέμαστους" τους Έλληνες πελάτες του».
Στο ερώτημα λοιπόν, «γιατί η οικονομική ελίτ της Ελλάδας προτιμά την Τουρκία»; λογικά δεν υπάρχει απάντηση. Εκτός και αν η πραγματική απάντηση βρίσκεται εκτός οικονομικών πλαισίων, μέσα σε άλλες «διαπλοκές»…
ΠΟΙΟΙ ΣΤΗΡΙΖΟΥΝ ΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ;
Μία ακόμη παράμετρος που πρέπει να εξετάσουμε, η οποία σχετίζεται άμεσα με την «προσέγγιση» και τις σχέσεις των δύο χωρών είναι η στάση και η θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Γιατί άραγε οι Αγγλοαμερικάνοι στηρίζουν τόσο σθεναρά τον Πατριάρχη στην Κωνσταντινούπολη; Το ερώτημα μάλιστα αποχτά μεγαλύτερη ένταση, αν σκεφθούμε ότι κατά τα χρόνια της τουρκοκρατίας, οι Μεγάλες Δυνάμεις επεδίωκαν τη διάλυση του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως, ενώ τώρα το στηρίζουν σε κάθε «αντιξοότητα».
Μήπως επειδή τότε η Κωνσταντινούπολη ήταν γεμάτη από Έλληνες-Ρωμηούς, ενώ τώρα, η «φίλη αυτή χώρα» κατάφερε να τους εξοντώσει και δεν έχουν μείνει παρά ελάχιστοι; Μήπως οι ξένοι, υποστηρίζοντας σήμερα και την προσάρτηση των λεγόμενων «Νέων Χωρών» στο Οικουμενικό Πατριαρχείο αποβλέπουν σε έναν ακόμη μεγαλύτερο διαμελισμό του Ελληνισμού;
Ας θυμηθούμε τη μεγάλη κόντρα Χριστόδουλου-Βαρθολομαίου για το θέμα των «Νέων Χωρών» και τα αρνητικά –έως άκρως επιθετικά– σχόλια που δεχόταν κατά κόρον τότε ο Χριστόδουλος από μεγάλη μερίδα «προοδευτικών» πολιτικών και διανοούμενων της χώρας μας, οι οποίοι μέσα από ένα στρεβλωμένο «διεθνισμό» προωθούσαν την εξάρτηση του Ελληνισμού από την Κωνσταντινούπολη, εκεί όπου εξοντώθηκε ο Ελληνισμός που προϋπήρχε. Με τα μυωπικά τους κριτήρια έβλεπαν τον «εθνοφυλετισμό» του Χριστόδουλου, αλλά δεν έβλεπαν από την άλλη πλευρά την προσπάθεια παραπέρα διαμελισμού των Ελλήνων…
Και τέλος, είναι άραγε τυχαίο ότι κάποιοι Έλληνες εφοπλιστές ή μεγαλοεπιχειρηματίες που εμπιστεύονται τα κεφάλαιά τους στο τουρκικό κράτος είναι ταυτόχρονα και οφφικίαλοι (οι ίδιοι ή μέλη του στενού οικογενειακού περιβάλλοντός τους), δηλαδή έχουν οφφίκια=αξιώματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου;
Όπως είναι πολύ εύκολο να δούμε, το μόνο πραγματικά διεθνιστικό στην Ελλάδα είναι το εγχώριο κεφάλαιο, με την έννοια ότι αδιαφορεί για το ελληνικό συμφέρον και «επεκτείνεται διεθνιστικά», αν αυτό συμφέρει στη δική του ανάπτυξη. Ταυτόχρονα επικροτεί (και επιδοτεί) εκδηλώσεις ειρήνης και φιλίας, αδιαφορώντας για τις τουρκικές προκλήσεις σε Κύπρο, Θράκη, Αιγαίο κλπ.
Φυσικά, κανείς δεν είναι τρελός ώστε να είναι ενάντια στην ειρήνη και τη φιλία, όταν όμως θέσουμε τα εύλογα ερωτήματα: Φιλία σε ποια βάση; Στηριγμένη σε ποιο υπόβαθρο; Αποβλέποντας σε ποια προοπτική; Δεν νομίζω να μπορούμε να λάβουμε, με την ήδη διαμορφωμένη κατάσταση, κάποια σοβαρή απάντηση
Μέσα σ’ αυτό το διαμορφωμένο πλέγμα, έρχεται να μας ταρακουνήσει (;) η επίσκεψη Ομπάμα στην Τουρκία, συνοδευόμενη από ακατάσχετη φλυαρία και γκρίνια στο εσωτερικό της χώρας μας. Προηγήθηκε βέβαια η επίσκεψη της Χίλαρυ Κλίντον ως Υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ αποκλειστικά στη Τουρκία, φέρνοντας σε μεγάλη αμηχανία τη χώρα μας.
Το χειρότερο βέβαια είναι το κοινό ανακοινωθέν που εξέδωσε η Χίλαρυ με τον Υπουργό Εξωτερικών της Τουρκίας Αλί Μπαμπατζάν για το κυπριακό: οι ΗΠΑ ήδη υιοθέτησαν την οπτική της Τουρκίας, πράγμα που αποτελεί μια πρώτη και μεγάλη ήττα για τη χώρα μας. Επιπλέον, οι ΗΠΑ, μέσω της Χίλαρυ Κλίντον δεν έθεσαν κανένα ζήτημα στην Τουρκία σχετικά με τις προκλητικές της κινήσεις στο Αιγαίο, ενώ η δική μας Υπουργός Εξωτερικών κ. Μπακογιάννη άφηνε να διαρρέει το αντίθετο.
Το «σπάσιμο» όμως του χρόνιου πρωτοκόλλου (από το 1974) από τον Μπάρακ Ομπάμα δείχνει να αποτελεί για τη χώρα μας μεγάλη αρνητική πρόκληση και προσβολή.
Κατά την άποψή μου όμως, κάτι τέτοιο θα μπορούσε να είναι μέχρι και αναμενόμενο, καθ’ ότι η Τουρκία όλα τα τελευταία χρόνια δείχνει έντονη κινητικότητα προς όλες τις κατευθύνσεις, ενισχύοντας έτσι το δημόσιο προφίλ της και τη γεωπολιτική θέση της.
Θα επαναλάβω την απρόσμενη υποστήριξη του Ερντογάν προς τους Παλαιστίνιους κατά τα τελευταία ακραία γεγονότα, μολονότι παραδοσιακά η Τουρκία ήταν σύμμαχος του Ισραήλ. Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα κωφεύει και δεν μιλά για τον παλαιστινιακό όλεθρο.
Επίσης, έχουμε την κίνηση του Ερντογάν προς τη Συρία, κίνηση με άμεσο ενδιαφέρον και συμφέρον για τις ΗΠΑ, ενώ διατηρεί παράλληλα καλές σχέσεις με το Ιράν, πράγμα το οποίο ενοχλεί μεν τις ΗΠΑ, η Τουρκία όμως αδιαφορεί γι’ αυτήν την ενόχληση.
Έχουμε λοιπόν μια Τουρκία που χαράσσει δυναμικά την εξωτερική της πολιτική, προβάλλοντας προς τα έξω, διεθνώς, ένα δυναμικό πρόσωπο (παρ’ όλο που στο εσωτερικό της ταλανίζεται από τις αντιθέσεις που αναφέραμε παραπάνω), και μια Ελλάδα πειθήνια και σιωπηλή απέναντι στις ΗΠΑ.
Ο νέος πλανητάρχης λοιπόν, έχοντας μάλιστα στις προτεραιότητές του τη λύση των προβλημάτων στη Μέση Ανατολή, είναι εύλογο να επισκεφθεί κατ’ αρχήν τη χώρα που φαίνεται να μπορεί να παίξει το ρυθμιστικό ρόλο.
Για ποιόν λόγο άραγε θα έπρεπε να επισκεφθεί την Ελλάδα; Γιατί μας ενοχλεί τόσο πολύ η στάση του; Γιατί δεν καταλαβαίνουμε ότι όλα είναι αποτελέσματα της δικής μας μέχρι τώρα στάσης και της ανισόρροπης επί χρόνια εξωτερικής μας πολιτικής; Και τελικά, όταν εμείς οι ίδιοι οι Έλληνες δείχνουμε να μην σεβόμαστε τη χώρα μας, πώς απαιτούμε σεβασμό από τον οποιονδήποτε Ομπάμα;
Οφείλουμε όμως να δούμε πολύ σοβαρά και άμεσα τις επιπτώσεις της αναβάθμισης της Τουρκίας, την ίδια στιγμή που εκκρεμεί το κυπριακό, που οι τουρκικές παραβιάσεις στο Αιγαίο έχουν γίνει σχεδόν καθημερινότητα, τη στιγμή που οι τουρκικές προκλήσεις στη Θράκη έχουν ξεπεράσει κάθε όριο ανοχής και νομιμότητας…
Guz Sancisi
Εν μέσω των Σεπτεμβριανών του 1955 στην Κωνσταντινούπολη εκτυλίσσεται μια ερωτική ιστορία μεταξύ ενός εύπορου Τούρκου και μιας Ρωμηάς ιερόδουλης. Αυτός είναι ο πυρήνας του βιβλίου Guz Sancisi (Φθινοπωρινός Πόνος) του Γιλμάζ Καρακογιουνλού, βουλευτή του κόμματος της Μητέρας Πατρίδας.
Το βιβλίο αυτό έγινε ταινία και μεταφέρθηκε στους κινηματογράφους της Τουρκίας από την σκηνοθέτιδα Τομρίς Γκιριτλίογλου, «σπάζοντας» κυριολεκτικά τα ταμεία των κινηματογράφων της γειτονικής χώρας.
Η ταινία αναφέρεται στον απίστευτα βάρβαρο διωγμό που υπέστησαν οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης το Σεπτέμβριο του 1955, γεγονότα που έμειναν γνωστά ως Σεπτεμβριανά. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Τουρκία ποτέ κανείς δεν μιλούσε για τα ιστορικά αυτά γεγονότα, τα οποία φρόντισε επιμελώς το κράτος να τα αφαιρέσει από τα σχολικά βιβλία.
Οι Τούρκοι θεατές έβγαιναν από τις κινηματογραφικές αίθουσες σοκαρισμένοι, καθώς για πρώτη φορά έβλεπαν να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια τους ένα από τα πιο σκαιά κομμάτια της ιστορίας τους, για το οποίο είχαν παντελή άγνοια.
Οι δηλώσεις αυτών των ανώνυμων θεατών κάθε ηλικίας εκφράζουν πάνω-κάτω τα ίδια πράγματα: ντροπή, έκπληξη που οι Αρχές της χώρας κατάφεραν να κρατήσουν τόσα χρόνια μυστικά τα γεγονότα, σοκ για το πόσοι Έλληνες θα μπορούσαν να ζουν σήμερα ανάμεσά τους αν δεν είχαν υποστεί εκείνους τους βίαιους διωγμούς… κάποιοι μάλιστα είπαν: ο Θεός να φυλάει την Τουρκία από αυτό το ρεζιλίκι.
Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του 69χρονου Μιχάλη Βασιλειάδη, Έλληνα της Πόλης που εκδίδει καθημερινά μια εφημερίδα για τους 2000 εναπομείναντες Έλληνες. Μιλάει με θαυμασμό για τη σκηνοθέτιδα, επισημαίνει όμως ότι δεν απέδωσε την απίστευτη βαρβαρότητα εκείνων των δύο ημερών. Ο ίδιος ήταν τότε 15 χρόνων. Λέει όμως στο τέλος χαρακτηριστικά: «Οι ηγέτες πρέπει να πουν ένα "συγγνώμη" στον τουρκικό λαό, τον οποίο χρησιμοποίησαν ως μαριονέτα».
Η ταινία, αλλά κυρίως οι σκέψεις και τα συναισθήματα που προκάλεσε στον τουρκικό λαό είναι ενδεικτικά της έντονης συνειδησιακής, αλλά και υπαρξιακής σύγχυσης που περνά ο λαός αυτός.
Ενημερωτικά, λέμε ότι το βιβλίο στο οποίο βασίστηκε η ταινία κυκλοφόρησε στην Ελλάδα πριν από 11 χρόνια, από τις εκδόσεις Τσουκάτου, σε μετάφραση Λιάνας Μυστακίδου, η οποία είναι διδάκτωρ Κοινωνιολογίας, και δήλωσε ότι ο συγγραφέας του βιβλίου δεν έλαβε καμμία αμοιβή για πνευματικά δικαιώματα.
Ο Νέο-οθωμανισμός στη Θράκη
Μέσα στα πλαίσια του Νέο-οθωμανισμού –αυτού του «όψιμου παιδιού» του παντουρκισμού– και του στόχου της Τουρκίας για αποσταθεροποίηση όπου υπάρχουν μουσουλμανικές μειονότητες στα Βαλκάνια, γίνονται αντίστοιχες κινήσεις και στη Θράκη – πώς αλλιώς;
Δεν ξεχάσαμε το «καταπληκτικό» βίντεο με τους μουσουλμάνους υποψήφιους βουλευτές κάθε κόμματος στη Θράκη, όπου, μαζί με μουσουλμάνους δημοσιογράφους, σε μια «ειρηνική» και «φιλική» σύναξή τους έβριζαν χυδαία κάθε τι ελληνικό, εκθειάζοντας, σε αντιδιαστολή, τα «τούρκικα» χαρακτηριστικά τους.
Το βίντεο όμως ήταν η κορυφή του παγόβουνου, ήταν απλώς μια εκδήλωση, λίγο σαφέστερη από τις συνηθισμένες, του τρόπου που αντιμετωπίζει το τουρκικό Προξενείο (δηλαδή η Τουρκία) τη Θράκη και των άμεσων επιδιώξεών του στην περιοχή.
Δεν πέρασαν πολλά χρόνια (ήταν μόλις στα τέλη του 2003) όταν ήταν στο απόγειό του ο δικαστικός αγώνας για τη αναγνώριση Τουρκικής Ένωσης Ξάνθης, όπου ο παντουρκισμός εκδηλώθηκε για άλλη μία φορά σε όλο του το μεγαλείο.
Δεν είναι λίγοι οι ερευνητές και οι ακαδημαϊκοί που έχουν κατά καιρούς τονίσει ότι μια από τις κύριες επιδιώξεις της Τουρκίας είναι να δημιουργήσει στη Θράκη ανεξάρτητο τουρκικό κράτος, και ότι οφείλουμε, εμείς ως Έλληνες και ως κράτος να βοηθήσουμε τους Έλληνες μουσουλμάνους της Θράκης, κατ’ αρχήν σε επίπεδο εκπαιδευτικό.
Είναι γνωστό ότι το τουρκικό Προξενείο κρατά σε πνευματικό σκοταδισμό τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, για τον απλό λόγο, να είναι εύκολα χειραγωγίσιμη από αυτό.
Ως καταγόμενη από τη Θράκη (η γράφουσα) και έχοντας ιδιαίτερη ευαισθησία για την περιοχή, συνομίλησα μεταξύ άλλων και με την κυρία Χαρά Νικοπούλου, τη γνωστή δασκάλα στο Δέρειο του Έβρου, η οποία ξυλοκοπήθηκε από Μουσουλμάνο μέσα στο σπίτι της, επειδή ήθελε να μάθει γράμματα στα παιδιά του! Η ίδια βεβαιώνει για το σκοταδιστικό τσουνάμι που σαρώνει τη μουσουλμανική μειονότητα, προερχόμενο από το ίδιο το τουρκικό προξενείο, την ίδια στιγμή που το επίσημο ελληνικό κράτος και πάλι κωφεύει.
Δεν μπορούμε βέβαια να μην μιλήσουμε και για την πρόσφατη πρόκληση από την τουρκική πλευρά, με αφορμή τη λειτουργία τουρκικής τράπεζας (Ziraat Bank) στην Κομοτηνή. Αναφέρομαι στη γραμμένη στα τούρκικα πρόσκληση προς τον περιφερειάρχη Αν. Μακεδονίας και Θράκης κ. Σταμάτη, και στην επιστροφή της ως απαράδεκτη.
Πέρα όμως από αυτό, γύρω από την εν λόγω τράπεζα «παίχτηκαν» διάφορα παρασκηνιακά παιχνίδια, που δίχασαν την ίδια τη μειονότητα! Συγκεκριμένα, η τράπεζα απασχολεί μόνον Μουσουλμάνους υπαλλήλους, η επιλογή των οποίων έγινε κατ’ αρχήν βάσει βιογραφικών και προσωπικών συνεντεύξεων.
Είναι όμως κοινό μυστικό στην Κομοτηνή (που μου το επιβεβαίωσε ιδιαίτερα αξιόπιστη πηγή) ότι οι προσλήψεις έγιναν με κριτήρια ιδεολογικοπολιτικά, δηλαδή προσελήφθησαν όσοι πρόσκειντο πλησιέστερα στα νέο-οθωμανικά ιδεώδη.
Δεν θα επιχειρήσω να αναφερθώ σε όλες τις προκλήσεις που λαμβάνουν χώρα στη Θράκη (και κυρίως στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, την Κομοτηνή), γιατί δεν θα έφθαναν όλες οι σελίδες αυτού του τεύχους.
Κλείνοντας όμως θα ήθελα να τονίσω ότι δεν αρκεί να μιλάμε για τις σχετικές προκλήσεις στην περιοχή, οφείλουμε να κατανοήσουμε πλήρως τη στρατηγική της σημασία και να υιοθετήσουμε την αρμόζουσα στάση. Και αυτό δεν είναι ούτε παράκληση, ούτε ηθικό δίδαγμα, ούτε λογικό συμπέρασμα. Αποτελεί αμεσότατη αναγκαιότητα…
Μαρία Σταματιάδου

Δεν υπάρχουν σχόλια: